Προέλευση: από το ιωνικό και μεταγενέστερο κωλύομαι και κωλύω
Σχόλια: Ενεστώτας: κωλύουμαι Παρατατικός: εκωλύουμ'νε Μέλλοντας: θα κωλύουμαι Προστακτική: κωλύ(γ)!
Αναφορά: Νόστου πρόφασις γλυκερού κώλυεν μείνε...(Πίνδαρου Πυθιονίκες)