1. Προέλευση:
από το αττικό κρούω
2. Σχόλα:
Ενεστώτας: κρούω
Μέλλοντας: θα κρούω
Αόριστος: εντώκα, ανώμαλα σχηματισμένος από το ενδίδω- ενέδωκα
Προστακτική: ντος!
3.Παραδείγματα:
Μην κρού'ς δυνατά την πόρταν.
Καθ΄ κα καλ'α γιατί θα κρούω σε.
4. Αναφορά:
Ρυτήρι κρούων γλουτόν...(Σοφοκλέους Αποσπάσματα 501)