Προέλευση:
Το ρήμα είναι σύνθεση των αττικών κονιο- (κονίορτος) και ποιούμαι. Πρώτο συνθετικό είναι το κονιό-. Το κονοποιούμαι μεταβλήθηκεωμε την έκλειψη του (ι).
Σχόλιο:
Λέγεται μεταφορικά για τους ακάθαρτους που κυλιούνται στα χώματα και την σκόνη καθώς και για τα ζώα.
Ενεστώτας: κονοποιούμαι
Παρατατικός: εκονοποιούμ’νε
Μέλλοντας: θα κονοποιούμαι
Αόριστος: εκονοποίγα
Προστακτική: κονοποίγ’ !
Παράδειγμα:
Τερείς ατόν πως κονοποίηται απέσ’ σα χώματα, αμόν γάιδαρος - Δες τον πως κυλιέται στα χώματα σαν το γαιδούρι