1.Προέλευση:
Το ρήμα είναι σύνθεση των αττικών κονιο- (κονίορτος) και ποιούμαι. Πρώτο συνθετικό είναι το κονιό-. Το κονοποιούμαι μεταβλήθηκε με την έκλειψη του (ι).
2.Σχόλια:
Λέγεται μεταφορικά για τους ακάθαρτους που κυλιούνται στα χώματα και την σκόνη καθώς και για τα ζώα.
Ενεστώτας: κονοποιούμαι
Παρατατικός: εκονοποιούμ΄νε
Αόριστος: εκονοποίγα
Προστακτική: κονοποίγ'!
3.Παράδειγμα:
Τερείς ατόν πως κονοποίεται απέσ' 'σα χώματα αμόν γάιδαρος - Τον βλέπεις πώς κυλιέται στα χώματα σαν το γαϊδούρι.