Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νεωσύνη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νεωσύνη Προφορά: νεωσύνη
  1. νιότη νεαρή ηλικία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια