Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

νεφές (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νεφέσ' Προφορά: νεφές
  1. αναπνοή, ξεκούραση Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια