Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νασμένον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νασμένον Προφορά: νασμένον
  1. το χωράφι όπου έριξαν κοπριά για λίπασμα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια