Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εκούρφιζα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εκούρφιζα Προφορά: εκούρφιζα
  1. επαινούσα, κορύφωνα εξύψωνα τρίτον για τις αρετές του Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το Αττικό κορυφόω-ώ που σημαίνει εξυψώνω, σχηματίζω κορυφή, κορυφίζω ή από το ρήμα κουρ'φίζω με αυτή την έννοια

    Σχόλια:
    Ενεστώτας: κουρφιζω
    Μέλλοντας: θα κουρφίζω
    Αόριστος: εκούρφιξα
    Προστακτική: κούρφιξον!
    Παράγωγο ουσιαστικό: κουρφέας

    Παράδειγμα:
    Κουρφιζ' ο κουρφέας, ατός ατόν - ο παινεσιάρης επαινεί τον εαυτό του.

    Αναφορά:
    Έπειτ' εκεί κορυφαίος εστηκώς (Αριστοφάνη Πλούτος 593)

Παρατηρήσεις - Σχόλια