Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

βαμπίρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βαμπίρ' Προφορά: βαμπίρ
  1. είδος νυχτερίδας που ζει με αίμα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Άμον βαμπίρ' το αίμα μ' πιν'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια