Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βακούφ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βακούφ' Προφορά: βακούφ
  1. κτήμα αφιερωμένο σε θρησκευτικό ίδρυμα (εκκλησία, μοναστήρι) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια