1. Προέλευση: Από το αρχαίο κνήφω και κνίζω, προέρχεται το ουσιαστικό κνεσίον που σημαίνει ξύσιμο.
2. Παράδειγμα: Καθησίαν και κνεσίον! - γαι τους τεμπέληδες
3. Αναφορά: Ούκουν ερείς ανύσασα τον κνισμόν τινά; (Αριστοφάνη Πλούτος)