Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κνεσίον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κνεσίον Προφορά: κνεσίον
  1. ξύσιμο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    Από το αρχαίο κνήφω και κνίζω, προέρχεται το ουσιαστικό κνεσίον που σημαίνει ξύσιμο.

    2. Παράδειγμα:
    Καθησίαν και κνεσίον! - γαι τους τεμπέληδες

    3. Αναφορά:
    Ούκουν ερείς ανύσασα τον κνισμόν τινά; (Αριστοφάνη Πλούτος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια