1. Προέλευση:
Από το αρχαίο κνήφω και κνίζω, προέρχεται το ουσιαστικό κνεσίον που σημαίνει ξύσιμο.
Μάλλον από το αρχαίο κνάω-ώ προέρχεται, σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Στυλιανό Καψωμένο,
το απαρέφατο: κνάν
ο μέλλοντας: κνήσω
ο αόριστος: έκνησα
το απαρέμφατο μέσης φωνής: κνάσαι
τον μέλλοντα μέσης φωνής: κνήσομαι
τον αόριστο μέσης φωνής: εκνησάμην
2. Σχόλια:
ενεστώτας: κνέσκουμαι
μέλλοντας: θα κνέσκουμαι
αόριστος: εκνέστ'α
προστακτική: κνέσκου!
3. Παραδείγματα:
Κνέσκουμαι, κατ΄ θα έδαξε με! - Ξύνομαι, κάτι με τσίμπησε
Καθησίαν και κνεσίον! - γαι τους τεμπέληδες
4. Αναφορές:
Ούκουν ερείς ανύσασα τον κνισμόν τινά; (Αριστοφάνη Πλούτος)
Επί δ΄αίγειον κνή τυρόν κνήστει χαλκείη (Ιλιάδα Λ 639)