Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ψοφεμένος (ο)
[Μετοχή]
Γραφή στην Ποντιακή: ψοφεμένος
Προφορά: ψοφεμένος
ψόφιος, κατάκοπος
1) πολύ κουρασμένος 2) αυτός που λαχταράει κάτι πάρα πολύ (μεταφορικά)
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια