Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ψιλίτσικος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ψιλίτσ̌ικος Προφορά: ψιλίτσικος
  1. μικροσκοπικός, μικροκαμωμένος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια