μαχαλέτες (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μαχαλέτες
Προφορά: μαχαλέτες
-
συγχώριος, χωριανός
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ενορίτης
κάτοικος ενορίας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης