1. Προέλευση:
αττικό: κομπόω-ώ και κομπέω-ώ με την ίδια περίπου σημασία δηλαδή κόμπος, κομπορρημοσύνη, καυχησιά. Κατά τον καθηγητή Φιλοσοφίας κ. Στυλιανό Καψωμένο, προέρχεται μάλλον από το κομβάω-ώ, συνδέω κάτι με κουμπί κυριολεκτικά και μεταφορικά χλευάζω, κοροϊδεύω.
2. Σχόλια:
Παθητική φωνή
Ενεστώτας: κομπώνομαι - κομπούμαι
Παρατατικός: εκομπούμ'νε
Αόριστος: εκόμπώθα
Προστακτική: κομπώθ
Παράγωγο ουσιστικό: κόμπωμαν
3. Παράδειγμα:
Ωρία κομπούσαι - μην τυχόν και γελαστείς
4. Αναφορές:
Ζευς γαρ γλώσσης κόμπους υπερεχθαίρει - Γιατί ο Θεός δεν αγαπά τους καυχησιάρηδες (Σοφοκλέους Αντιγόνη)
Τα τοιαύτα επὶ το μείζον κομπούται (Δίωνος Κασσίου 22,43)