Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κομπώνομαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κομπώνομαι Προφορά: κομπώνομαι
  1. ξεγελιέμαι, καυχιέμαι, εξαπατάμαι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    αττικό: κομπόω-ώ και κομπέω-ώ με την ίδια περίπου σημασία σηλαδή κόμπος, κομπορρημοσύνη, καυχησιά. Κατά τον καθηγητή Φιλοσοφίας κ. Στυλιανό Καψωμένο, προέρχεται μάλλον από το κομβάω-ώ, συνδέω κάτι με κουμπί κυριολεκτικά και μεταφορικά χλευάζω, κοροιδεύω.

    Παθητική φωνή:
    Παρατατικός: εκομπούμ\'νε
    Μέλλοντας: θα κομπούμαι
    Αόριστος: εκόμπώθα
    Προστακτική: κομπώθ
    Παράγωγο ουσιστικό: κόμπωμαν

    Παράδειγμα:
    Ωρία κομπούσαι - μην τυχόν και γελαστείς
    Αναφορές:
    Ζευς γαρ γλώσσης κόμπους υπερεχθαίρει - Γιατί ο Θεός δεν αγαπά τους καυχησιάρηδες (Σοφοκλέους Αντιγόνη)
    Τα τοιαύτα επὶ το μείζον κομπούται ( Δίωνος Κασσίου 22,43)

Παρατηρήσεις - Σχόλια