Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εκλώσκουμνε [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εκλώσκουμ'νε Προφορά: εκλώσκουμνε
  1. επέστρεψα, περιστρεφόμουν, γύριζα, τριγύριζα, τυλιγόμουν Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    το ενεργητικό κλωθώ, εκλώθα, θα κλωθώ, έκλωσα, κλώσον.

    2.Σχόλια:
    Ενεστώτας: κλώσκουμαι
    Μέλλοντας: θα κλώσκουμαι
    Αόριστος: εκλώστα
    Προστακτική: κλωθήτι - κλωσκού

    3. Αναφορά:
    Η κρόκην στρέφοιεν ή μίτον κλώθοιεν...( Λουκιανού - Δραπέται 12)

Παρατηρήσεις - Σχόλια