Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κένωσον [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κένωσον Προφορά: κένωσον
  1. εκκένωνε, άδειαζε, σέρβιρε Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1.Προέλευση:
    από το αρχαίο κενόω - ω, που έχει την ίδια έννοια και την πρόσθετη: αδειάζω, δημιουργώ κενόν

    2.Σχόλια:
    Ενεστώτας: κενώνω
    Αόριστος: εκένωσα
    Παρατατικός: εκένωνα
    Μέλοντας: θα κενώνω
    Παράγωγο επίθετο: κενωμένος-ν'τσα-ον
    Ουσιαστικό: το κένωμαν

    3.Παράδειγμα:
    Κένωσων ας τρώγουμε!

    4.Αναφορά:
    Ξέρξης κενώσας πάσαν ηπείρου πλάκα.... (Αισχύλου Πέρσαι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια