1.Προέλευση:
από το αρχαίο κενόω - ω, που έχει την ίδια έννοια και την πρόσθετη: αδειάζω, δημιουργώ κενόν
2.Σχόλια:
Ενεστώτας: κενώνω
Αόριστος: εκένωσα
Μέλοντας: θα κενώνω
Προστακτική: κένωσων!
Παράγωγο επίθετο: κενωμένος-ν'τσα-ον
Ουσιαστικό: το κένωμαν
3.Παράδειγμα:
Κένωσων ας τρώγουμε!
4.Αναφορά:
Ξέρξης κενώσας πάσαν ηπείρου πλάκα.... (Αισχύλου Πέρσαι)