Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χρονιακόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χρονιακόν Προφορά: χρονιακόν
  1. μνημόσυνο του χρόνου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια