μαχαιρίτα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μαχͮαιρίτα
Προφορά: μασαιρίτα
-
είδος χορταρικού με φύλλα πριονωτά σχήματος μαχαιριού με το οποίο έκαναν τουρσ̌ί. Τρωγόταν νωπό και αλατισμένο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)