φούρνικον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: φούρνικον
Προφορά: φούρνικον
-
καλαμπόκι του γάλακτος που ψήνεται στο φούρνο και το αλεύρι που παράγεται από τους σπόρους τους ψημένους μετά την άλεση
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης