μαχαιρέα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μαχͮαιρέα
Προφορά: μασαιρέα
-
μαχαιριά
χτύπημα με μαχαίρι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
μαχαιριά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
μαχαιριά
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης