Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φουντούκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φουντούκ' Προφορά: φουντούκ
  1. η λεπτοκαρυά και ο καρπός της, το φουντούκι και η φουντουκιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    από το αραβ. fouduk

Παρατηρήσεις - Σχόλια