Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
φουμέας (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: φουμέας
Προφορά: φουμέας
αυτός που εύκολα θυμώνει και το κρατάει και σταματά να μιλάει ή να τρώει
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
φουμιστέας (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια