Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φόνος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φόνος Προφορά: φόνος
  1. φόνος, καύση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    από το αρχ. φόνος

Παρατηρήσεις - Σχόλια