Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δάκρεν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δά̤κρεν Προφορά: δεάκρεν
  1. δάκρυ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό δάκρυον

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1)Το θολωμένον το ποτάμ’ μάνα θα είν’ τα δά̤κρα̤ σ’.
    2) Δά̤κρα̤ ’τρώγα, δά̤κρα̤ ’πινα κι επόν'νεν η καρδία μ’. (δάκρυα)
    3) Παναΐας δά̤κρεν. (λουλούδια κίτρινα που διατηρούνταν επί πολύ, γι’ αυτό μ’ αυτά στόλιζαν τις εικόνες, αμάραντα)
    4) Δά̤κρυα ματωμένα. (δάκρυα με μεγάλη θλίψη)

  2. δάκρυ Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

    Πληθυντικός αριθμός:
    δάκρα

Παρατηρήσεις - Σχόλια