Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ήπαρη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ήπαρη Προφορά: ήπαρη
  1. ήπαρ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ερούξεν ήπαρη ατ'.

  2. αφαλός, συκώτι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Ερούξεν η ήπαρη μ'.

  3. συκώτι, αφαλός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ήπαρ

Παρατηρήσεις - Σχόλια