Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ποστάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ποστάν' Προφορά: ποστάν
  1. λαχανόκηπος χωράφι όπου καλλιεργούνται πεπόνια ή καρπούζια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη bostan

    ποστάν(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια