Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χιλάρμενος (ο) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: χͮιλάρμενος Προφορά: σιλάρμενος
  1. ως επιθετικός προσδιορισμός της Παναγίας για τη βοήθεια που πρόσφερε στην πανωεθρία χιλίων βαρβαρικών πλοίων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια