Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πόρτα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πόρτα Προφορά: πόρτα
  1. πύλη, θυρόφυλλο, πόρτα (ως άνοιγμα) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από τη λατινική λέξη porta - ae

Παρατηρήσεις - Σχόλια