Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πόρτα (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πόρτα
Προφορά: πόρτα
πύλη, θυρόφυλλο, πόρτα (ως άνοιγμα)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
λατινική, από τη λατινική λέξη porta - ae
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια