Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πορεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πορεύω Προφορά: πορεύω
  1. νοικοκυρεύομαι, διαβιώ, ζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα πορεύω=κάνω κάποιον να πορευτεί

    Μέση φωνή:
    πορεύκουμαι- πορεύει (απρ.)= κινεί σε διάρροια, δυσεντερία

Παρατηρήσεις - Σχόλια