Προέλευση:
από το αρχαίο ζωγρέω-ω με την έννοια του αιχμαλωτίζω
< Ζώγρει Ατρέως υιέ! - Ιλιάδος 46>
Χρόνοι:
παρατατικός εζωγρίαζα και εζωγριδίαζα
μέλλοντας θα ζωγρίζω και ζωγριδίζω
αόριστος εζωγρίασα και εζωγριδίαινα
Προστακτική:
ζωγριδία και ζωγρίασον!
Παράδειγμα:
« Νέπε γομού απάν' ατ' και ζωγρίασον ατον!» ( Όρμησε βρε κατά πάνω του και καταχέριασέ τον!)