Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κότσος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: κότσος Προφορά: κότσος
  1. μαμόθρεπτος, χοντρόκωλος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια