Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πόνα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πόνα Προφορά: πόνα̤
  1. κοτέτσι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    λατινική, από τη λατινική λέξη pone = όπισθεν

    Σχόλιο:
    στο πίσω μέρος του σπιτιού ήταν χτισμένος πάντα ο ορνιθώνας

Παρατηρήσεις - Σχόλια