Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσακέλισμα (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσακέλισμα Προφορά: τσακέλισμα
  1. τσάπισμα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια