Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ηλοτσίτσακον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ηλο̤τσ̌ίτσ̌ακον Προφορά: ηλεοτσίτσακον
  1. ηλιοτρόπιο, ηλιολούλουδο, ηλίανθος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

    Παράδειγμα:
    Γουρπάνι σ' ηλο̤τσ̌ίτσ̌ακον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια