Ερμηνεία: εκείνος που μιλάει εύκαιρα, ανοησίες
Χρήση από: Π.Μελανοφρύδη
Παράδειγμα: Εσύ πάντα ευκαιροκαλάτσ̌ευτος είσαι.
Αρσενικό: Ενικός: ευκαιροκαλάτσ̌ευτος Πληθυντικός: ευκαιροκαλάτσ̌ευτοι
Θηλυκό: Ενικός: ευκαιροκαλάτσ̌ευτος Πληθυντικός: ευκαιροκαλάτσ̌ευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: ευκαιροκαλάτσ̌ευτον Πληθυντικός: ευκαιροκαλάτσ̌ευτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω ποιητικής χρήσης του λήμματος.