Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πλάνον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πλάνον Προφορά: πλάνον
  1. οικόπεδο, αυλότοπος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια