Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πασίον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πασίον Προφορά: πασίον
  1. νοσηρή σώρευση πάχους στον άνθρωπο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια