Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαυροφορώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μαυροφορώ Προφορά: μαυροφορώ
  1. λυπούμαι, πενθώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Ούλια εμαυροφόρεσαν και φλίουνταν και κλαίγ’νε. (φορώ τα μαύρα)
    2) Όνταν είπ’ ατεν αδελφός- ι-σ’ ’κ’ έρθεν, εμαυροφόρεσεν. (λυπούμαι)

  2. πενθώ, δυσανασχετώ 1) φοράω μαύρα 2) κάνω κάποιον να φορέσει μαύρα / να πενθήσει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια