Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πολύκλαδος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: πολύκλαδος Προφορά: πολύκλαδος
  1. αυτός που έχει πολλά κλαδιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό επίθετο πολύκλαδος

Παρατηρήσεις - Σχόλια