Προέλευση:
παραφθορά του ιωνικού διυγραίνω
< Δίυγρον στοιχείον η θάλασσα. Μεσαιωνικά ζύγρα, η υγρή γη, η βαλτίσια ότι το έλος υγρόν τινά τόπον δηλοί εμφαίνει τούτο η παραφθορά ζύγραν το τοιούτον λέγουσα τρόπον όπερ ούδεν άλλο αλλ' η διυγρά τις εστίν- Ευσταθίου Θεσσαλονίκης, «Πονημάτιον»>
Παράγωγο:
το επίθετο ζογρός- ζογρέσα- ζογρόν
Χρόνοι:
παρατατικός εζόγρίαινα
μέλλοντας θα ζογραίνω
αόριστος εζογρίεψα
Παράδειγμα:
« Έγκες ξύλα ζογρά και 'κι θα πιάνε!» ( έφερες υγρά- χλωρόξυλα που δε θ' ανάψουν)