Προέλευση:
από το αττικό ζηλόω-ω
< Θεός ζηλωτής... Π. Διαθήκη>
< Μιμητήςκαι ζηλωτής της πατρώας αρετής - Ισοκράτους Ι,ΙΙ- όπου όμως η έννοια του ζηλωτού είναι διάφορη ταυτόσημη με την του θαυμαστή>
Πτώσεις:
γενική τη ζηλότας
αιτιατική την ζηλόταν
Παράγωγο:
το ουσιαστικό, ο ζηλωτής
Παράδειγμα:
« έφαγεν ατον η ζηλότα» ( τον έφαγε η ζήλεια του)