Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ζηλότα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζηλότεα Προφορά: ζηλότεα
  1. ζηλοτυπία Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αττικό ζηλόω-ω
    < Θεός ζηλωτής... Π. Διαθήκη>
    < Μιμητήςκαι ζηλωτής της πατρώας αρετής - Ισοκράτους Ι,ΙΙ- όπου όμως η έννοια του ζηλωτού είναι διάφορη ταυτόσημη με την του θαυμαστή>

    Πτώσεις:
    γενική τη ζηλότας
    αιτιατική την ζηλόταν

    Παράγωγο:
    το ουσιαστικό, ο ζηλωτής

    Παράδειγμα:
    « έφαγεν ατον η ζηλότα» ( τον έφαγε η ζήλεια του)

Παρατηρήσεις - Σχόλια