Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αλευρίτζα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αλευρίτζα Προφορά: αλευρίτζα
  1. είδος πυράκανθου Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια