Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αλεστόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αλεστόν Προφορά: αλεστόν
  1. το προϊόν του αλέσματος,το υποκείμενο εις άλεσμα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια