Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αγουρότα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αγουρότα̤ Προφορά: αγουρότεα
  1. παλληκαριά αντρίκεια ενέργεια, ανδρική συμπεριφορά Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια