Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παρχαρέτες (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παρχαρέτες Προφορά: παρχαρέτες
  1. 1) αυτός που παραθερίζει σε θερινό βοσκότοπο 2) γυναίκα που μένει στα παρχάρια και φροντίζει τα ζώα και ασχολείται με την γαλακτοκομία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια