Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαύρος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μαύρος Προφορά: μαύρος
  1. μαύρος, καημένος, δυστυχής, κακός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Αϊλί εμέν’ την άτυχον, αϊλί εμέν’ την μά’ρσαν! (θηλυκό: μά’ρσα)
    2) Ο μαύρον εγώ, πού στράταν να διαβαίνω;
    3) Ο μαύρον ο κύρ’τς ατ’ ας σην τυραννισίαν ατ’ ερρώστεσεν.
    4) Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρ’ ημέρα.
    5) Ντο έν’ αβούτο ντο σύρω τα μαύρα τα ημέρας.
    6) Έρθεν το μαύρον το χαπάρ’. (η είδηση του θανάτου)
    7) Τον μαύρον εκαλίβωνεν καταντικρύ σον φέγγον. (μαύρο άλογο)

  2. μαύρος,δυστυχής,άτυχος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Θηλυκό :
    μάρσα = καημένη, άτυχη, δυστυχισμένη

Παρατηρήσεις - Σχόλια